ὕσγινον

ὕσγινον
ὕσγῑνον , ὕσγινον
kermes
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • HYSGINUS — Graece ὕσγινος, Hebr. thachas, Chald. Sasgona, coloris genus, quo pelles, quibus Tabernaculum operiebatur, Exod. c. 25. v. 5. et c. 35. v. 23. erant spectabiles. Sic Num. c. 4. v. 8, 10, 11, 13, et 14. super arcam et mensam et candelabrum, et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • υσγινοβαφής — ές / ὑσγινοβαφής, ές, ΝΜΑ 1. βαμμένος με ύσγινο 2. (κατ επέκτ.) αυτός που έχει ζωηρό κόκκινο χρώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕσγινον* «είδος φυτικής βαφής» + βαφής (< βάπτω), πρβλ. κροκο βαφής] …   Dictionary of Greek

  • υσγινοειδής — ές, Α αυτός που έχει κόκκινη όψη, ὑσγινόεις*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕσγινον «φυτική βαφή ανοιχτού κόκκινου χρώματος» + ειδής*] …   Dictionary of Greek

  • υσγινόεις — εσσα, εν, Α αυτός που έχει κόκκινο χρώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕσγινον «φυτική βαφή με ανοιχτό κόκκινο χρώμα» + κατάλ. όεις*] …   Dictionary of Greek

  • υσγινόσημος — ον, Α αυτός που έχει ραβδώσεις με έντονο κόκκινο χρώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕσγινον «φυτική βαφή ανοιχτού κόκκινου χρώματος» + σημος (< σῆμα), πρβλ. χρυσό σημος] …   Dictionary of Greek

  • ύσγινο — το / ὕσγινον, ΝΜΑ φυτική βαφή κόκκινου χρώματος που λαμβάνεται από τους καρπούς τού φυτού ύσγη νεοελλ. το ζωηρό κόκκινο χρώμα αρχ. ένδυμα με ζωηρό κόκκινο χρώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕσγη + κατάλ. ινον, ουδ. τής κατάλ. ινος] …   Dictionary of Greek

  • ὑσγίνοιο — ὑσγί̱νοιο , ὕσγινον kermes neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑσγίνῳ — ὑσγί̱νῳ , ὕσγινον kermes neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”